Πέθανε σε ηλικία 87 ετών η ηθοποιός Ελένη Προκοπίου
Σε ηλικία 87 ετών πέθανε η ηθοποιός και χορεύτρια Ελένη Προκοπίου, μία από τις αναγνωρίσιμες μορφές της χρυσής εποχής των ελληνικών μιούζικαλ, με καριέρα στον κινηματογράφο από το 1960 έως το 1972.
Σε ηλικία 87 ετών πέθανε η ηθοποιός και χορεύτρια Ελένη Προκοπίου, γνωστή από τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Η είδηση έγινε γνωστή το βράδυ της Κυριακής (27/9) μέσω ανάρτησης της ηθοποιού Μέλπω Κωστή.
Η Ελένη Προκοπίου υπήρξε μία από τις αναγνωρίσιμες μορφές της χρυσής εποχής των ελληνικών μιούζικαλ, με καριέρα στον κινηματογράφο που εκτείνεται από το 1960 έως το 1972 και περιλαμβάνει 23 ταινίες. Αποσύρθηκε από τα καλλιτεχνικά δρώμενα στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μετά τον γάμο της με τον επιχειρηματία Αντώνη Συρίγο. Όπως αναφέρει η σελίδα της Finos Film, με το ιδιαίτερο ταλέντο της στον χορό, τις φυσικές υποκριτικές της ικανότητες και την εξωτική ομορφιά της, κατάφερε να αφήσει το δικό της αποτύπωμα, παρότι αποφάσισε να αποσυρθεί από τον καλλιτεχνικό χώρο σε σχετικά νεαρή ηλικία. Ήταν εκείνη που, τη χρυσή εποχή των μιούζικαλ, έκλεψε την παράσταση μέσα από ρόλους δυναμικών και σαγηνευτικών γυναικών.
Από τον χορό στον κινηματογράφο
Η Ελένη Προκοπίου γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν ένα από τα πέντε παιδιά οικογένειας που είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας της ήταν σχεδιαστής επίπλων και, μαζί με τον αδελφό του, είχε ανοίξει στην Αθήνα επιτυχημένο εργοστάσιο επιπλοποιίας, το οποίο όμως καταστράφηκε δύο φορές από πυρκαγιά. Από μικρή απολάμβανε τον χορό και, σε ηλικία έξι ετών, δώσε εξετάσεις για τη σχολή χορού που διηύθυνε η Λουκία Σακελλαρίου-Κωτσοπούλου για τη Λυρική Σκηνή, με τη σχολή να στεγάζεται στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί σπούδασε μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη, με την οποία συμμετείχαν ως παιδιά σε παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ολοκληρώνοντας τις σπουδές τους προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η ίδια σπούδασε μπαλέτο έως τα 14 της χρόνια.
Το θεατρικό της ντεμπούτο πραγματοποίησε ως έφηβη χορεύτρια στο θέατρο «Ολύμπια» του Πειραιά, με παρτενέρ τον χορευτή Δημήτρη Ιβανώφ, στην επιθεώρηση «Έξω οι Άγγλοι», τη θεατρική περίοδο 1955-56. Στη συνέχεια δέχτηκε πρόταση να περάσει οντισιόν για «πρώτη χορεύτρια» στο θέατρο Ακροπόλ, όπου υπεύθυνος για το μπαλέτο ήταν ο Μανώλης Καστρίνος. Εκείνος την έκανε «ζευγάρι» με τον Βαγγέλη Σειληνό, με πρώτη κοινή τους εμφάνιση στην παράσταση «Σιγά και με το Μαλακό!» τη θεατρική περίοδο 1956-57. Έχοντας πάρει και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ως εξαιρετικό ταλέντο, σχημάτισε σταθερό χορευτικό ντουέτο με τον Σειληνό, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, συμμετέχοντας από το 1960 έως το 1965 στα χορευτικά των περισσότερων επιθεωρησιακών θεάτρων της Αθήνας.
Ξεχωριστή στιγμή της θεατρικής της πορείας υπήρξε η συμμετοχή της στη μουσική επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη», που ανέβηκε το καλοκαίρι του 1962 στο θέατρο «Παρκ» της οδού Αλεξάνδρας, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη και με τραγούδια σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Οι επαγγελματικοί της δρόμοι με τον Σειληνό χώρισαν το 1965, όμως η ίδια παρέμεινε ενεργή στο θέατρο και την επιθεώρηση μέχρι που αποφάσισε να δώσει προτεραιότητα στην οικογένειά της.
Οι σημαντικές στιγμές της καριέρας της
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε αρχικά ως χορεύτρια, σε ταινίες όπως «Το Ραντεβού της Κυριακής» (1960), «Η Αθήνα τη Νύχτα» (1962) και «Προδομένη Αγάπη» (1962). Σταδιακά πήρε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε ταινίες με χορό, ενώ σε κάποιες από αυτές ανέλαβε και την επιμέλεια των χορογραφιών. Το 1963 ήρθε η καταξίωσή της και ως ηθοποιός με τη συμμετοχή της στις «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου, ταινία που γνώρισε διεθνή επιτυχία. Το 1964 ερμήνευσε τον κομβικό ρόλο της ανατολίτισσας πριγκίπισσας Γκιουλινάρ στον «Εμίρη και τον Κακομοίρη» του Ορέστη Λάσκου. Το 1965 πρωταγωνίστησε στο «Πρόσωπο της Ημέρας», δίπλα στον Κώστα Βουτσά, στο «Ραντεβού στον Αέρα» και στους «Και οι… 14 Ήταν Υπέροχοι», σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Σειληνού.
Το 1966 εγκαινιάστηκε η συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ με το μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη «Ραντεβού στον Αέρα», που της έφερε την καταξίωση αναδεικνύοντας το υποκριτικό της ταλέντο και τα χορευτικά της προσόντα. Η ίδια χρονιά υπήρξε από τις πιο παραγωγικές της καριέρας, με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πέντε ταινίες: «Παράνομοι πόθοι», «Το συρτάκι της αμαρτίας», «Πέντε χιλιάδες ψέματα», «Οι κυρίες της αυλής» και «Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος». Στη συνέχεια ακολούθησαν ταινίες όπως «Ο Γαμπρός μου ο Προικοθήρας» (1967), «Μίνι Φούστα και Καράτε» (1967), «Ο Μπούφος» (1968), «Ο Σταύρος Είναι Πονηρός» (1970) και «Ο Παραγιός μου ο Ραλίστας» (1971).
Ιδιαίτερη σελίδα στην καριέρα της αποτέλεσαν οι ταινίες μικρότερου προϋπολογισμού με παρτενέρ τον Γιώργο Πάντζα, με τον οποίο σχημάτισε κινηματογραφικό δίδυμο σε πέντε ταινίες. Συνυποκριτές της υπήρξαν, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Σταυρίδης, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Ρίζος, ο Τάσος Γιαννόπουλος, ο Φραγκίσκος Μανέλλης, η Τζένη Ρουσσέα, ο Αλέκος Τζανετάκος, ο Νίκος Δαδινόπουλος και ο Σωτήρης Μουστάκας.
Η τελευταία της θεατρική παράσταση ήταν το «Κοροϊδάκι της Πριγκιπέσσας» στο θέατρο Μετροπόλιταν, το καλοκαίρι του 1971, σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Η ομώνυμη ταινία του 1972, σε παραγωγή Φίνος Φιλμ, υπήρξε η τελευταία της δουλειά στον κινηματογράφο και, κατά πολλούς, η καλύτερη ερμηνεία της — το κύκνειο άσμα μιας καριέρας που είχε ήδη αποφασίσει να κλείσει για να αφοσιωθεί στην οικογένειά της.
Η προσωπική της ζωή
Η Ελένη Προκοπίου παντρεύτηκε αρχικά, με σύντομο γάμο, τον ηθοποιό Νίκο Καζή. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία στον χώρο του επίπλου Αντώνη Συρίγο, τον οποίο γνώρισε σε γυρίσματα ταινιών. Μετά τον γάμο αποσύρθηκε οριστικά από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Το ζευγάρι παρέμεινε μαζί σχεδόν 50 χρόνια, έως τον θάνατο του Συρίγου, και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη.
Στις 16 Σεπτεμβρίου του 2006 ο Δήμος Αθηναίων την τίμησε με το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών για τη συνολική της προσφορά, μαζί με άλλους 90 σημαντικούς ανθρώπους της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.