ΤτΕ: Ανάπτυξη 1,9% και κέρδη, αλλά κίνδυνοι από γεωπολιτική και ΤΝ
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο του 2026, υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ. Οι τράπεζες εμφάνισαν κέρδη 2,6 δισ.
Θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, εξακολουθεί να καταγράφει η ελληνική οικονομία, παρά την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Ωστόσο, η επιτάχυνση του πληθωρισμού, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν νέες προκλήσεις για τις προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτά επισημαίνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Οκτώβριος 2026), η οποία δόθηκε την Πέμπτη στη δημοσιότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 2,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Παρά την επιβράδυνση, η επίδοση παραμένει υπερδιπλάσια από τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 0,9%. Βασικός μοχλός της μεγέθυνσης ήταν οι επενδύσεις, που κατέγραψαν υπερδιπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025, ενώ θετική συμβολή είχαν η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση. Αντίθετα, ο εξωτερικός τομέας επηρέασε αρνητικά την ανάπτυξη. Η αγορά εργασίας συνέχισε να αναπτύσσεται, αν και η απασχόληση αυξήθηκε με ηπιότερους ρυθμούς σε σύγκριση με το 2025.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση στον πληθωρισμό, ο οποίος κινείται σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 3,8% την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, από 3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενώ ο μέσος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ ανήλθε στο 2,8%.
Οι κίνδυνοι: γεωπολιτική, ομόλογα, τεχνολογία
Οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αποτελούν, κατά την ΤτΕ, σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας. Η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις διεθνείς ενεργειακές ροές έχουν οδηγήσει σε απότομη αύξηση των διεθνών τιμών της ενέργειας, επιβαρύνοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές και αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς. Παράλληλα, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, προκαλώντας ανησυχίες κυρίως για τις οικονομίες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, και επιβαρύνει τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, καθώς αυξάνεται το κόστος άντλησης κεφαλαίων.

Στους διεθνείς κινδύνους η έκθεση προσθέτει τις υψηλές αποτιμήσεις και τη συγκέντρωση των επενδύσεων σε μεμονωμένες μετοχές υψηλής τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης, που ενισχύουν την πιθανότητα απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων. Ειδικά για την τεχνητή νοημοσύνη, η ταχεία ανάπτυξη των μοντέλων αιχμής (Frontier AI models) αναδεικνύεται σε παράγοντα δυνητικού συστημικού κινδύνου, λόγω της δυνατότητάς τους να ενισχύουν τις κυβερνοαπειλές και να δημιουργούν φαινόμενα εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών παρόχων και υποδομών. Για τον λόγο αυτό, η έκθεση χαρακτηρίζει αναγκαία τη μετάβαση των τραπεζών σε ένα σύγχρονο πλαίσιο ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, σημειώνοντας παράλληλα ότι το 2026 οι τράπεζες σημείωσαν πρόοδο στην ενίσχυση του πλαισίου διαχείρισης του λειτουργικού κινδύνου, ενώ γίνεται αναφορά και στη σημαντική εξάρτηση από τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών.
Παρά τη συνολικά θετική εικόνα, η ΤτΕ εντοπίζει ενδείξεις συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς. Από την αξιολόγηση των σχετικών δεικτών δεν προκύπτει υπέρμετρη πιστωτική επέκταση στο σύνολο της οικονομίας, ωστόσο εντοπίζεται η απαρχή συσσώρευσης κινδύνων σε τρία πεδία: τη χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, τις τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, η ΤτΕ τονίζει τη σημασία της κατάλληλης μακροπροληπτικής πολιτικής, προκειμένου να αποτραπεί η συσσώρευση συστημικών κινδύνων και να διατηρηθεί η ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας προϋποθέτει, σύμφωνα με την έκθεση, συνετή διαχείριση των κινδύνων, ενίσχυση της ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που θωρακίζουν την οικονομία απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές.

Τραπεζικός τομέας: κέρδη 2,6 δισ. ευρώ και ισχυρή ρευστότητα
Σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα, η έκθεση καταγράφει περαιτέρω βελτίωση της κερδοφορίας, με την κεφαλαιακή επάρκεια και τη ρευστότητα να παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα. Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι εμφάνισαν το πρώτο εξάμηνο του 2026 κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε ετήσια βάση. Τα λειτουργικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 6,8%, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να αυξάνονται κατά 5,6%, χάρη στην πιστωτική επέκταση και τη σημαντική αύξηση των τοποθετήσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες, που έφθασε το 18,5%, ενώ τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες αυξήθηκαν κατά 8,3%. Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9,3%, ενώ οι προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 27,8%. Ως αποτέλεσμα, η αποδοτικότητα ενεργητικού (RoA) διαμορφώθηκε στο 1,3% και η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων (RoE) στο 12,1%.
Παρά τη βελτίωση της κερδοφορίας, η έκθεση διαπιστώνει μικρή επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου. Το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση ανήλθε τον Ιούνιο του 2026 σε 6,2 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,3% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025, κυρίως λόγω της καθαρής εισροής νέων ΜΕΔ. Ο δείκτης ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων αυξήθηκε οριακά, στο 3,4%, από 3,3% στο τέλος του 2025. Την ίδια περίοδο, ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων CET1 μειώθηκε στο 14,8%, από 15,4%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας υποχώρησε στο 19,6%, από 19,8%. Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των κεφαλαίων CET1, αν και το μερίδιό τους περιορίστηκε στο 36% τον Ιούνιο του 2026, από 39,7% τον Δεκέμβριο του 2025.

Οι συνθήκες ρευστότητας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμειναν ευνοϊκές, με τους σχετικούς δείκτες σημαντικά υψηλότερους από τις εποπτικές απαιτήσεις: ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) ανήλθε στο 197,8% τον Ιούνιο του 2026 και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (NSFR) στο 134,7%. Η ΤτΕ αποδίδει την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών τόσο στην υψηλή ρευστότητα όσο και στην απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές, ενώ σημειώνει ότι η ρευστότητα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο των χωρών της Τραπεζικής Ένωσης και ότι οι πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής διαβάθμισης και των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών καταδεικνύουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους σε ενδεχόμενες διαταραχές. Επιπλέον, η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού τομέα και η αναδιάρθρωση λιγότερο σημαντικών τραπεζών διαμορφώνουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη δημιουργία πρόσθετων κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας.
Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής ενοποίησης, με την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ώστε οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να διοχετεύονται αποτελεσματικότερα σε παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική καινοτομία και πράσινη ενέργεια.
Σχετικά άρθρα
Hanke: «Πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν» — άνοδος 50% στις τιμές πετρελαίου θέρμανσης, νοικοκυριά στο Μέιν στρέφονται στα καυσόξυλα
Ο Steve Hanke χαρακτηρίζει την άνοδο 50% στις τιμές πετρελαίου θέρμανσης στις ΗΠΑ «φόρο θέρμανσης» λόγω της εμπλοκής του Τραμπ με το Ιράν.
Χατζηδάκης: Τρεις τομείς προτεραιότητας στη συνεργασία Ελλάδας – ΗΑΕ
Ο Κωστής Χατζηδάκης ανέφερε στο Συνέδριο Investopia Mediterranean – Athens ότι η ενέργεια, το εμπόριο και η τεχνητή νοημοσύνη είναι οι τομείς προτεραιότητας για την περαιτέρω συνεργασία Ελλάδας – ΗΑΕ, με πρόσκληση για νέες επενδύσεις στη χώρα.
ΤτΕ: 28,5 εκατ. τουρίστες, 18,2 δισ. ευρώ εισπράξεις στο 8μηνο
Σχεδόν 28,5 εκατ. ξένοι ταξιδιώτες επισκέφθηκαν την Ελλάδα στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026, με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις να φτάνουν τα 18,2 δισ.