Νέες κατευθυντήριες οδηγίες για την έλλειψη σιδήρου αυξάνουν τα όρια της φερριτίνης
Η Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία (ASH) εξέδωσε τις πρώτες τεκμηριωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου, αυξάνοντας τα όρια της φερριτίνης ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα περιστατικά που μέχρι σήμερα έμεναν αδιάγνωστα. Την ανάλυση των σημείων των νέων οδηγιών έχει πραγματοποιήσει η ομάδα των ιατρών της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα».
Σύμφωνα με το υλικό, η έλλειψη σιδήρου είναι η πιο συχνή διατροφική ανεπάρκεια στον κόσμο. Εκτιμάται ότι αφορά περίπου 1 στους 3 ανθρώπους, δηλαδή περίπου 2 δισεκατομμύρια παγκοσμίως και 10 εκατομμύρια ενήλικες μόνο στις ΗΠΑ. Παρά τη συχνότητά της και τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικών θεραπειών, πολλοί ασθενείς ζουν με συμπτώματα για μήνες ή και χρόνια πριν τεθεί η διάγνωση.
Η Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία δημοσίευσε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες κλινικής πρακτικής για τη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου σε ενήλικες, μικρά παιδιά, άτομα με έμμηνο ρύση, εγκύους και ασθενείς με φλεγμονή. Τη σημασία των νέων οδηγιών ανέδειξε και το περιοδικό JAMA στις 23 Οκτωβρίου 2026, επισημαίνοντας ότι στόχος είναι η τυποποίηση των ορίων φερριτίνης και η μείωση των χαμένων διαγνώσεων.
Ο ρόλος του σιδήρου στον οργανισμό είναι καθοριστικός, καθώς είναι απαραίτητος για την παραγωγή της αιμοσφαιρίνης, του μορίου των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει το οξυγόνο σε όλο τον οργανισμό, αλλά και για την υγεία του εγκεφάλου, του ανοσοποιητικού, των μυών, του δέρματος, των μαλλιών και των νυχιών. Ο οργανισμός αποθηκεύει τον σίδηρο κυρίως στην πρωτεΐνη φερριτίνη, τα επίπεδα της οποίας στο αίμα αντανακλούν το μέγεθος των αποθεμάτων.
Η έλλειψη σιδήρου εξελίσσεται σταδιακά: αρχικά εξαντλούνται οι αποθήκες, πέφτει η φερριτίνη ενώ η αιμοσφαιρίνη παραμένει φυσιολογική, στη συνέχεια διαταράσσεται η παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και τελικά εγκαθίσταται η σιδηροπενική αναιμία, με μικρά και ωχρά ερυθρά αιμοσφαιρίδια. Η σιδηροπενική αναιμία είναι η συχνότερη αιματολογική πάθηση παγκοσμίως και, αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές, ακόμη και απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.
Κύρια αιτία έλλειψης σιδήρου είναι η απώλεια αίματος. Ομάδες αυξημένου κινδύνου είναι τα άτομα με έμμηνο ρύση, ιδίως με βαριά ή παρατεταμένη περίοδο, οι έγκυοι και οι θηλάζουσες, τα βρέφη, τα μικρά παιδιά και οι έφηβοι λόγω ταχείας ανάπτυξης, καθώς και άνδρες και γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, στους οποίους η συχνότερη αιτία είναι η χρόνια, «σιωπηλή» απώλεια αίματος από το πεπτικό σύστημα, γι’ αυτό απαιτείται πάντα διερεύνηση του γαστρεντερικού. Κινδυνεύουν επίσης άτομα με διαταραχές απορρόφησης, όπως κοιλιοκάκη, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ατροφική γαστρίτιδα, λοίμωξη από Helicobacter pylori ή μετά από βαριατρικό χειρουργείο, καθώς και άτομα με περιοριστικές δίαιτες ή χρόνια νοσήματα.
Τα συμπτώματα είναι συχνά ήπια και μη ειδικά, γεγονός που εξηγεί την καθυστέρηση της διάγνωσης: κόπωση και έλλειψη ενέργειας, αδυναμία, ζάλη, δύσπνοια, ταχυκαρδία, πονοκέφαλος, ωχρότητα και δυσκολία συγκέντρωσης. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, ενώ σε σοβαρή έλλειψη περιγράφονται πίκα, γλωσσίτιδα, χειλίτιδα και κοιλονυχία.
Η διάγνωση τίθεται με απλές αιματολογικές εξετάσεις, με κύριο εργαλείο τη φερριτίνη ορού, τον καλύτερο έμμεσο δείκτη των συνολικών αποθεμάτων σιδήρου. Ωστόσο, η φερριτίνη είναι «πρωτεΐνη οξείας φάσης» και αυξάνεται σε φλεγμονές, λοιμώξεις και καρκίνο, με αποτέλεσμα μια φυσιολογική ή αυξημένη τιμή να μην αποκλείει την έλλειψη σιδήρου σε αυτούς τους ασθενείς.
Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε συμφωνία για το όριο κάτω από το οποίο η φερριτίνη θεωρείται χαμηλή. Πολλά εργαστήρια χρησιμοποιούσαν ως όριο το κατώτερο φυσιολογικό, βασισμένο σε «υγιείς» πληθυσμούς που όμως περιλάμβαναν πολλά άτομα με λανθάνουσα έλλειψη σιδήρου, με αποτέλεσμα τα όρια να είναι τεχνητά χαμηλά.
Η πολυεπιστημονική επιτροπή της Αμερικανικής Αιματολογικής Εταιρείας, με τη συμμετοχή και εκπροσώπου ασθενών, αξιολόγησε συστηματικά τα διαθέσιμα δεδομένα και κατέληξε σε πέντε συστάσεις. Η κεντρική αλλαγή είναι ότι τα όρια φερριτίνης για τη διάγνωση αυξάνονται σε όλους τους πληθυσμούς, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αναιμίας.
Συγκεκριμένα, για τα παιδιά ηλικίας 9 μηνών έως 4 ετών το προηγούμενο όριο των 12 ng/mL αυξάνεται στα 20 ng/mL. Για τους ενήλικες, τα άτομα με έμμηνο ρύση και τις εγκύους, το προηγούμενο όριο των 15 ng/mL αυξάνεται στα 30 ng/mL. Για τις ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως βαριά έμμηνος ρύση και έγκυοι με αναιμία, το νέο όριο ορίζεται στα 50 ng/mL, ενώ αυξημένα όρια προβλέπονται και για τους ενήλικες με φλεγμονή, όπως καρκίνο, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και λοιμώξεις.