Γαλλία: Το άτυπο «μνημόνιο» των αγορών φτάνει στην Ευρώπη
Το γαλλικό χρέος φτάνει στο 110,1% του ΑΕΠ, ενώ οι αγορές επιβάλλουν ένα άτυπο μνημόνιο δημοσιονομικής λιτότητας. Η κρίση αυτή αναδεικνύει τους κινδύνους για τη σταθερότητα της Ευρωζώνης.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας κρίσης που αφορά ολόκληρη την ευρωζώνη, με το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της να αυξάνεται και τις αγορές να έχουν επιβάλει στην πράξη ένα άτυπο «μνημόνιο» δημοσιονομικής λιτότητας. Η χώρα λειτουργεί ως «πειραματόζωο» της νέας κρίσης, με την απόδοση των γαλλικών ομολόγων να έχει αυξηθεί από τις αρχές του έτους κατά 178 μονάδες βάσης, δηλαδή 1,78 ποσοστιαίες μονάδες.
Το γαλλικό χρέος ανέρχεται στο 110,1% του ΑΕΠ, ενώ το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησής του εκτιμάται σε 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέσα στο έτος συζητήθηκε σχέδιο περικοπής δαπανών ύψους 54 δισεκατομμυρίων ευρώ στον γαλλικό προϋπολογισμό.
Η δημοσιονομική επιτήρηση και το ερώτημα της ΕΚΤ
Στην ανάλυση ανοίγει το ερώτημα αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να παρέμβει με το εργαλείο TPI για τη στήριξη των γαλλικών ομολόγων. Ως εμπόδια αναφέρονται το γεγονός ότι η Γαλλία βρίσκεται ήδη σε δημοσιονομική επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή λόγω υπερβολικού ελλείμματος, καθώς και η φάση σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ λόγω πληθωρισμού.
Παράλληλα, καταγράφεται κατακερματισμός στην αγορά ομολόγων της ευρωζώνης, με το άνοιγμα των spreads έναντι του γερμανικού ομόλογου αναφοράς να επεκτείνεται σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Βέλγιο. Στο πλαίσιο των σεναρίων που εξετάζονται περιλαμβάνεται και η ενδεχόμενη προσφυγή της Γαλλίας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δηλαδή σε ένα «κανονικό» μνημόνιο.
Ο λογαριασμός της γεωπολιτικής στροφής
Η «πολεμική» στροφή της Ευρώπης μετά το 2022 έχει συνθέσει έναν συνολικό λογαριασμό που ξεπερνά ήδη τα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ και σε βάθος δεκαετίας εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 10 τρισεκατομμύρια ευρώ. Οι ενεργειακές εισαγωγές ανήλθαν σε 930 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η ενεργειακή δημοσιονομική στήριξη για την περίοδο 2022–2024 διαμορφώθηκε στα 360 δισεκατομμύρια ευρώ, μετά την ενεργειακή αποσύνδεση από τη Ρωσία και τη στροφή σε εισαγωγές από τις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή και τη Νορβηγία.

Στον τομέα της άμυνας, οι επιπλέον στρατιωτικές δαπάνες υπολογίζονται σε 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ, με τη βοήθεια προς την Ουκρανία να ανέρχεται σε 227 δισεκατομμύρια ευρώ. Η προβολή του συνολικού κόστους στην τετραετία 2022–2026 υπερβαίνει τα 3 τρισεκατομμύρια ευρώ. Για την επίτευξη του στόχου στρατιωτικών δαπανών 5% του ΑΕΠ έως το 2035, το κόστος της αύξησης εκτιμάται σε 1,24 τρισεκατομμύρια ευρώ για την τριετία 2024–2026, ενώ οι επιπλέον στρατιωτικές δαπάνες έως το 2035 υπολογίζονται σε 3 τρισεκατομμύρια ευρώ, με 3,5% του ΑΕΠ χωρίς εξοπλισμούς και 1,5% εξοπλιστικές δαπάνες.
Στην έκθεση του Μάριο Ντράγκι (Mario Draghi), πρώην προέδρου της ΕΚΤ, υπολογίζεται ότι χρειάζονται επιπλέον επενδύσεις 850 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως για επταετία, δηλαδή περίπου 5 τρισεκατομμύρια ευρώ συνολικά. Στον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028–2034 προβλέπονται 450 δισεκατομμύρια ευρώ για την ανταγωνιστικότητα, ποσό που παραμένει σημαντικά χαμηλότερο σε ετήσια βάση σε σχέση με τις εκτιμήσεις της έκθεσης.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της κρίσης στη Γαλλία περιλαμβάνουν κοινωνική εξέγερση και πολιτική κατάρρευση των κυρίαρχων δυνάμεων. Σε ξεχωριστό σχόλιο για την ίδια κρίση τέθηκε το ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να «μολυνθεί» από τη Γαλλία, με αναφορά σε πιθανό κίνδυνο μιμητισμού και για τη χώρα μας.
Σημειώνεται ότι τα αριθμητικά στοιχεία προέρχονται από την εν λόγω ανάλυση και αποτελούν εκτιμήσεις της συγκεκριμένης τεκμηρίωσης.