Παρασκευή, 23 Οκτ 2026
Αθήνα 20°C
ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πτώση άνω του 50% στις γεννήσεις στη Θεσπρωτία — οι νησιωτικές περιοχές αντέχουν

Οι γεννήσεις στη Θεσπρωτία μειώθηκαν πάνω από 50% την περίοδο 2009–2024, σύμφωνα με έρευνα του IDEM, ενώ τουριστικές νησιωτικές περιοχές όπως οι Κυκλάδες αντέχουν με πτώση κάτω από 15%.

4 λεπτά ανάγνωσης
Κοινοποιηση Facebook X WhatsApp

Σε πάνω από 50% ανέρχεται η πτώση των γεννήσεων στη Θεσπρωτία την περίοδο 2009–2024, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (IDEM). Η ηπειρωτική περιφερειακή ενότητα συγκαταλέγεται σε έξι περιφερειακές ενότητες της ηπειρωτικής χώρας που κατέγραψαν μείωση άνω του μισού, σε μια περίοδο περίπου δεκαπέντε ετών κατά την οποία οι γεννήσεις σε πανελλαδικό επίπεδο υποχώρησαν κατά περίπου 42%.

Σύμφωνα με τα ίδια δεδομένα, οι γεννήσεις στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 117.400 το 2009, ενώ το 2024 έφθασαν τις 68.300. Πρόκειται για μια απώλεια που αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο τη δημογραφική συρρίκνωση της χώρας, η οποία δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στο έδαφος: ορισμένες περιοχές βιώνουν την πτώση με ιδιαίτερα έντονο τρόπο, ενώ άλλες φαίνεται να την αντέχουν σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό.

Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι αυτή της Ελλάδας των «δύο ταχυτήτων» στη γεννησιμότητα. Από τη μία πλευρά, ηπειρωτικές ενότητες όπως η Θεσπρωτία, όπου η μείωση ξεπέρασε το 50% σε διάστημα ενάμισι δεκαετίας. Από την άλλη, κυρίως τουριστικές νησιωτικές περιοχές, όπου η πτώση περιορίστηκε σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα του πανελλαδικού μέσου όρου.

Οι περιοχές που «αντέχουν»

Ενώ σε ηπειρωτικές περιοχές όπως η Θεσπρωτία η πτώση ξεπέρασε το 50%, έξι περιφερειακές ενότητες — οι Κυκλάδες, η Ζάκυνθος, τα Δωδεκάνησα, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο — κατέγραψαν το 2024 μείωση μικρότερη του 15%, σημαντικά χαμηλότερη από τον πανελλαδικό μέσο όρο.

Ο καθηγητής δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής έρευνας του IDEM, Βύρων Κοτζαμάνης, αποδίδει τη διαφορά στον τουρισμό, στα εισοδήματα, στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, καθώς και στα κοινωνικά δίκτυα φροντίδας που συγκρατούν τους νέους και τους αλλοδαπούς εργαζόμενους σε αυτές τις περιοχές. Σύμφωνα με την αποτίμησή του, το μοτίβο αυτό δεν αποτελεί σύμπτωση, αλλά αντανακλά τις ευνοϊκές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν σε αυτές τις περιοχές.

Όπως εξηγεί ο ίδιος, οι εν λόγω περιοχές, οι οποίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στον τουρισμό, προσφέρουν υψηλότερα εισοδήματα στα νοικοκυριά — δηλωμένα και αδήλωτα — σε συνδυασμό με έναν ισχυρό αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα που εξασφαλίζει στους νέους σταθερή απασχόληση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, και ο ρόλος των μικρότερων κοινωνιών. Οι τοπικές κοινωνίες ωφελούνται από πιο στενές κοινωνικές δομές που διευκολύνουν τον συμβιβασμό ανάμεσα στην εργασία και στην οικογενειακή ζωή: οι παππούδες και οι γιαγιάδες, οι θείες και οι γείτονες αναλαμβάνουν συχνά τη φροντίδα των παιδιών. Το άτυπο δίκτυο υποστήριξης αυτό μειώνει τόσο το άγχος όσο και το κόστος για τους γονείς, απελευθερώνοντας παράλληλα χρόνο για την ανατροφή των παιδιών.

Επιπλέον, οι περιοχές αυτές έχουν διατηρήσει και προσελκύσει νέους κατοίκους, συμπεριλαμβανομένου ενός αξιοσημείωτου ποσοστού αλλοδαπών κατοίκων σε εργάσιμη ηλικία, χάρη στις τοπικές ευκαιρίες εργασίας. Η συγκράτηση και η προσέλκυση νέων ανθρώπων σε αναπαραγωγικές ηλικίες αποτελεί βασικό παράγοντα για τη διατήρηση της γεννησιμότητας σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα.

Το κόστος των σπουδών

Σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντικό ρόλο στην εικόνα της γεννησιμότητας παίζει και το κόστος των σπουδών. Στις νησιωτικές περιοχές που «αντέχουν», οι επαγγελματικές διαδρομές σπάνια απαιτούν δαπανηρές και πολυετείς πανεπιστημιακές σπουδές μακριά από την περιοχή κατοικίας. Αντίθετα, σε μεγάλες πόλεις αυτό το βάρος μπορεί, κατά την εκτίμησή του, να φθάσει ή και να ξεπεράσει τα 150.000 ευρώ ανά παιδί, όταν συνυπολογιστούν η μετακόμιση, τα ιδιαίτερα μαθήματα και οι λοιπές δαπάνες.

Η εκτίμησή του είναι ότι η στέγαση και οι σπουδές ενός παιδιού σε μεγάλες πόλεις μπορούν επομένως να αποτελέσουν αποτρεπτικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας. Οι νέοι που εντάσσονται νωρίτερα στην τοπική αγορά εργασίας αποκτούν εισόδημα νωρίτερα, γεγονός που καθιστά πιο εφικτή την πρώιμη οικογενειακή ζωή και την απόκτηση παιδιών σε μικρότερες ηλικίες.

Σε ό,τι αφορά τη συνολική εικόνα, ο Βύρων Κοτζαμάνης εκτιμά ότι οι γεννήσεις στην Ελλάδα ανήλθαν σε περίπου 117.000 το 2008–2009 και θα διαμορφωθούν γύρω στις 65.000 το 2025–2026. Με άλλα λόγια, οι ετήσιες γεννήσεις στη χώρα έχουν σχεδόν υποδιπλασιαστεί μέσα σε περίπου δύο δεκαετίες.

Τα στοιχεία του IDEM αποτυπώνουν έτσι δύο διαφορετικές εικόνες στη γεννησιμότητα μέσα στη χώρα: από τη μία, ηπειρωτικές ενότητες όπου οι γεννήσεις μειώθηκαν πάνω από 50% σε διάστημα ενάμισι δεκαετίας, και από την άλλη, κυρίως τουριστικές νησιωτικές περιοχές όπου η πτώση περιορίστηκε κάτω από το 15%. Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει ότι η δημογραφική κρίση δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο παντού, και ότι οι τοπικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πώς — και στο πόσο έντονα — κάθε περιοχή βιώνει την πτώση των γεννήσεων.

Σχετικά άρθρα