Πέμπτη, 22 Οκτ 2026
Αθήνα 16°C
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συμφωνία ΗΠΑ–Δανίας για τη Γροιλανδία: διευρυμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία

Οι ΗΠΑ και η Δανία συμφώνησαν για διευρυμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία, με εκσυγχρονισμό της Pituffik Space Base και νέες αμυντικές περιοχές, διασφαλίζοντας τη δανική κυριαρχία. Έλληνες αναλυτές επισημαίνουν αντανακλάσεις για τη ναυτιλία και τις τηλεπικοινωνίες.

3 λεπτά ανάγνωσης
Κοινοποιηση Facebook X WhatsApp

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δανία προχώρησαν σε συμφωνία ασφαλείας για τη Γροιλανδία, η οποία επιτρέπει τη διεύρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί. Η υπογραφή συνδέεται με το περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και αποδίδεται στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ ο ακριβής χρονισμός της επίσημης υπογραφής δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως, καθώς ορισμένες αναφορές κάνουν λόγο για συμφωνία που έχει ήδη υπογραφεί και άλλες περιγράφουν την υπογραφή ως αναμενόμενη.

Η συμφωνία του Σεπτεμβρίου 2026 προβλέπει τον εκσυγχρονισμό και τη μεγέθυνση της Pituffik Space Base, καθώς και τη δημιουργία νέων αμυντικών περιοχών στο Narsarsuaq και το Mestersvig. Έχει γίνει επίσης λόγος για τη δημιουργία δύο στρατιωτικών βάσεων στο νησί, χωρίς ωστόσο να έχει διευκρινιστεί αν οι νέες τοποθεσίες θα λειτουργήσουν ως πλήρεις βάσεις ή ως αμυντικές περιοχές. Με τη συμφωνία, η Ουάσινγκτον αποκτά διευρυμένη στρατιωτική πρόσβαση σε στρατηγικά σημεία της Αρκτικής.

Δανική κυριαρχία

Κεντρικό σημείο της συμφωνίας, όπως τονίζεται από τη Δανία και τη Γροιλανδία, είναι ότι διατηρεί και επιβεβαιώνει τη δανική κυριαρχία στο νησί, το οποίο αποτελεί ημιαυτόνομο έδαφος του βασιλείου της Δανίας. Οι δύο πλευρές επιμένουν ότι η συμφωνία σέβεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του γροιλανδικού λαού, ενώ έχει υπογραμμιστεί ότι το κείμενο επαναβεβαιώνει ρητά την κυριαρχία της Κοπεγχάγης στην αρκτική επικράτειά της.

Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, έχει χαρακτηρίσει τη συμφωνία ως «μόνιμο έλεγχο» (permanent control), διατύπωση που αμφισβητείται νομικά και πολιτικά από τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην σύμβουλο του ΥΠΕΞ Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη. Ο ίδιος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «νίκη της διπλωματίας», αποδίδοντας την υποχώρηση της Ουάσινγκτον από τις στρατιωτικές επιλογές στην ενωμένη ευρωπαϊκή αντίθεση στις αρχικές απειλές του Αμερικανού προέδρου.

Η συμφωνία έρχεται μετά από μήνες έντασης στο εσωτερικό του NATO, στο πλαίσιο των επαναλαμβανόμενων απειλών του Τραμπ να καταλάβει τη Γροιλανδία διά της βίας. Στην επίλυση της κρίσης φέρεται να διαμεσολάβησε ο Γενικός Γραμματέας του NATO Μαρκ Ρούτε (Mark Rutte).

Το προηγούμενο της Ισλανδίας

Ο Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, διευθυντής του Strategy International και καθηγητής στο Vytautas Magnus University, συγκρίνει τη νέα συμφωνία με τη συμφωνία ΗΠΑ–Ισλανδίας του 1951. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, το ιστορικό προηγούμενο είχε θεσπίσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ισλανδία, ενώ το Ρέικιαβικ διατηρούσε την κυριαρχία του και η Ουάσινγκτον αποκτούσε επιχειρησιακή πρόσβαση σε στρατηγικές εγκαταστάσεις. «Δεν χρειάζεται να ξανασχεδιάσεις σύνορα για να μετατοπίσεις την πραγματική ισορροπία ισχύος», σημείωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος.

Σύμφωνα με τον κ. Ευθυμιόπουλο, και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μικρό έδαφος στρατηγικής σημασίας, όπου η αμερικανική στρατιωτική παρουσία εγκαθίσταται χωρίς να αμφισβητείται τυπικά η κυριαρχία του τοπικού κράτους.

Η ελληνική οπτική

Έλληνες αναλυτές εκτιμούν ότι οι εξελίξεις στην Αρκτική έχουν αντανακλάσεις και για τη Μεσόγειο, την Ελλάδα και την Κύπρο. Σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Ευθυμιόπουλου, η συμφωνία για τη Γροιλανδία μπορεί να έχει επιπτώσεις για την ελληνική ναυτιλία, δεδομένου ότι η τήξη των πάγων ανοίγει νέες θαλάσσιες διαδρομές, καθώς και για τις τηλεπικοινωνίες της Κύπρου, με αφορμή τα ζητήματα των σπάνιων γαιών και της ασφάλειας των υποθαλάσσιων καλωδίων.

Η αναδυόμενη αρκτική τάξη, όπως την περιγράφει, διαμορφώνεται από τρεις παράγοντες: τις θαλάσσιες διαδρομές που ανοίγουν με την τήξη των πάγων, την πρόσβαση στις σπάνιες γαίες και την ασφάλεια των υποθαλάσσιων καλωδίων. Και οι τρεις παράγοντες αγγίζουν άμεσα ελληνικά συμφέροντα — τη ναυτιλιακή βιομηχανία της χώρας και τον τηλεπικοινωνιακό τομέα της Κύπρου.

Ο κ. Ευθυμιόπουλος υποστήριξε επίσης ότι οι προσεχείς εκλογές στην Ελλάδα θα πρέπει να περιλάβουν σοβαρή συζήτηση για τη στρατηγική τοποθέτηση της χώρας σε αυτό το μεταβαλλόμενο τοπίο, αντί να εστιάζουν αποκλειστικά σε εσωτερικά ζητήματα.

Σχετικά άρθρα