Πέμπτη, 29 Οκτ 2026
Αθήνα 19°C
ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κωνσταντινούπολη: Η Ομογένεια γιόρτασε την Εθνική Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

Αποθήκευση μόνο σε αυτόν τον browser, χωρίς λογαριασμό.
4 λεπτά ανάγνωσης
Κοινοποιηση Facebook X WhatsApp

Την Εθνική Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου γιόρτασε η Ομογένεια της Κωνσταντινούπολης, με επίκεντρο τον Ιερό Καθεδρικό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Πέραν και το γενικό προξενείο της Ελλάδος.

Αρχικά τελέστηκε Θεία Λειτουργία για την εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου, προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Αγκύρας Γρηγορίου, πρωτοσυγκελεύοντος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στη συνέχεια τελέστηκε πανηγυρική Δοξολογία χοροστατούντος του Μητροπολίτη Σαράντα Εκκλησιών Ανδρέα.

Έπειτα το εκκλησίασμα, οι πρόεδροι των ομογενειακών κοινοτήτων, εκπαιδευτικοί και μαθητές των ομογενειακών σχολείων κατευθύνθηκαν προς το γενικό προξενείο της Ελλάδος, όπου τελέστηκε επινίκια Δοξολογία και κατάθεση στεφάνου από τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, Πρέσβη Κωνσταντίνο Κούτρα, στο προσφάτως ανακαινισμένο περιστύλιο και μνημείο, όπου αναγράφονται τα ονόματα των Κωνσταντινουπολιτών που έπεσαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Κωνσταντίνος Κούτρας, στην ομιλία του, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Το να στέκεται κανείς εδώ, στην Κωνσταντινούπολη, στην καρδιά της Ρωμιοσύνης, για να τιμήσει την 28η Οκτωβρίου 1940, δεν είναι μια τυπική επετειακή υποχρέωση. Είναι μια πράξη μνήμης και ιστορικής δικαιοσύνης». Απευθυνθείς «με ιδιαίτερη αγάπη» στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και στους μαθητές των ομογενειακών σχολείων, σημείωσε: «Γνωρίζω καλά πως στα θρανία των σχολείων μας εδώ στην Πόλη, το ωρολόγιο πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει την ελληνική ιστορία. Μαθαίνετε την ιστορία του τόπου όπου ζείτε, αλλά η ιστορία των προγόνων σας, της γλώσσας που μιλάτε και ακόμα και των ίδιων των προπάππων σας που περπάτησαν σε αυτούς εδώ τους δρόμους του Πέραν, του Φαναρίου και της Χαλκηδόνας, μένει συχνά έξω από τα σχολικά εγχειρίδια».

«Σήμερα, λοιπόν, θα ξεφυλλίσουμε μαζί εκείνες τις σελίδες που λείπουν από τα βιβλία σας», συνέχισε, περιγράφοντας το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου: «Για να καταλάβουμε τι συνέβη τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ας μεταφερθούμε νοερά στην Ευρώπη εκείνης της εποχής. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μετρά ήδη έναν χρόνο. Οι δυνάμεις του Άξονα —η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ και η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι— έχουν υποτάξει σχεδόν ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη». Όπως είπε, «μέσα σε αυτό το απόλυτο σκοτάδι, στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, η φασιστική Ιταλία επιδίδει τελεσίγραφο στην Ελλάδα: ζητά την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της και την παράδοση στρατηγικών σημείων της χώρας».

Υπενθύμισε δε πως «η Ελλάδα ήταν μια μικρή χώρα 7 εκατομμυρίων, εξαντλημένη από προηγούμενους πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Κι όμως, η απάντηση της Ελλάδας ήταν ένα ξεκάθαρο “ΟΧΙ”. Ένα “Όχι” που δεν ειπώθηκε απλώς από μια κυβέρνηση, αλλά βγήκε αυθόρμητα από τα στήθη ενός ολόκληρου λαού που κατέβηκε στους δρόμους με το χαμόγελο στα χείλη, πηγαίνοντας στον πόλεμο σαν σε γιορτή».

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ο Γενικός Πρόξενος αναφέρθηκε στο τίμημα της Κατοχής: «Το τίμημα που πλήρωσε ο Ελληνικός λαός στα χρόνια της τριπλής Κατοχής που ακολούθησε, από Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους, ήταν ασύλληπτο: 300.000 νεκροί μόνο από τον Μεγάλο Λιμό τον χειμώνα του 1941-42, πάνω από 1.500 καμένα χωριά, ολοκαυτώματα στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στη Βιάννο, στον Χορτιάτη και συνολική απώλεια σχεδόν του 10% του πληθυσμού της χώρας».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην προσφορά των Ελλήνων της Πόλης: «Όταν ήχησαν οι σειρήνες του πολέμου στην Αθήνα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, η καρδιά της Κωνσταντινούπολης χτύπησε στον ίδιο ακριβώς ρυθμό. Την ίδια εκείνη μέρα, εκατοντάδες Έλληνες της Πόλης —τόσο Έλληνες υπήκοοι όσο και Ρωμιοί με τουρκική υπηκοότητα— συγκεντρώθηκαν μαζικά έξω από το Ελληνικό Προξενείο στο Πέραν, εδώ έξω από αυτή την ξύλινη πόρτα. Δεν τους επέβαλε κανείς να έρθουν! Έσπευσαν οι ίδιοι, νέοι άνθρωποι, απόφοιτοι των ίδιων σχολείων που φοιτάτε εσείς σήμερα, για να γραφτούν στους καταλόγους των εθελοντών».

Όπως τόνισε, «οι Ρωμιοί της Πόλης που είχαν τουρκική υπηκοότητα γνώριζαν πολύ καλά ότι, φεύγοντας για να πολεμήσουν με τον ελληνικό στρατό, το τουρκικό κράτος θα τους αφαιρούσε την ιθαγένεια και θα τους απαγόρευε διαπαντός να επιστρέψουν στα σπίτια τους, στους γονείς τους, στην αγαπημένη τους Πόλη. Κι όμως, δεν δίστασαν». Σύμφωνα με τον κ. Κούτρα, «περίπου 400 έως 600 Κωνσταντινουπολίτες επιβιβάστηκαν στα τρένα από τον σταθμό του Σίρκετζι, πέρασαν τον Έβρο και βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού Μετώπου».

Και όταν η Ελλάδα έπεσε, όπως πρόσθεσε, «πολλοί από αυτούς, μαζί με άλλους νέους που διέφυγαν κρυφά με καΐκια από τις ακτές της Μικράς Ασίας στο Αιγαίο, κάποιοι μάλιστα πνίγηκαν στα παγωμένα νερά πριν καν φτάσουν, εντάχθηκαν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, πολεμώντας στο Ελ Αλαμέιν και στο Ρίμινι. Η Ρωμιοσύνη της Πόλης έδωσε το δικό της αίμα για την ελευθερία».